Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

"Θα πάρετε έναν κουραμπιέν"; *


Γιορτινές μέρες, με κέφια, που έχω ακόμη κι όταν δεν έχω, πραγματικά ευχαριστώ τα γονίδιά μου για αυτό, για την αισιόδοξη θετική ματιά ακόμη και στα πιο δύσκολα.

Κάποιοι λένε ζω στον μικρόκοσμό μου, μα ναι και τον φτιάχνω όπως θέλω εγώ κι αν τους βάλω κι αυτούς εκεί μια χαρά περνάνε!


Και επειδή η ζωή είναι μικρή, δύσκολη μα και ζαχαρένια αν το θελήσεις, πάμε να την ραντίσουμε με ζάχαρη:



 Θα χρειαστείς:

  • 600 γραμμ. αμύγδαλα με τη φλούδα, χοντροκομμένα 
  • 600 γραμμ. βούτυρο γάλακτος 
  • 2 κρόκους αυγών 
  • 200 γραμμ. άχνη ζάχαρη 
  • 900 γραμμ.  αλεύρι για όλες τις χρήσεις κοσκινισμένο 
  • 1/2 φλ κονιάκ
  • άχνη για το πασπάλισμα
Χτυπάς το βούτυρο στο μίξερ για αρκετή ώρα μέχρι να ασπρίσει. Προσθέτεις την άχνη και συνεχίζεις το χτύπημα για 7΄-8΄. Ρίχνεις έναν έναν τους κρόκους, προσθέτεις το κονιάκ, τα αμύγδαλα και λίγο λίγο το αλεύρι. Η ζύμη πρέπει να είναι αφράτη και μαλακή. Πλάθεις τους κουραμπιέδες σε ό,τι σχήμα θέλεις. Τους βάζεις σε λαμαρίνες και ψήνεις για περίπου 25΄ στους 180°C. Όπως τους βγάζεις καυτούς, τους  ραντίζεις με ροδόνερο, για να κολλήσει η άχνη πάνω τους, με απαλές κινήσεις, γιατί είναι αφράτοι και μπορεί να σπάσουν!

Βάλτους σε πιατέλες και κεράσου, πρώτα εσύ και μετά μοίρασέ τους, τράταρε φίλους και γνωστούς:

Και μαζί βάλε ένα ποτήρι Μοσχάτο Ρίου του Παρπαρούση και θα νιώσεις την γλύκα του κουραμπιέ να απογειώνει τη σοφιστικέ και δαντελένια προσωπιότητα του κρασιού!
  • Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, δρ. κοινωνιολογίας της Ιστορίας, Παντείου πανεπιστημίου, μουσικολόγος και δικηγόρος η ρίζα είναι:Ηονομασία μπισκότο καθιερώθηκε τον Mεσαίωνα, ετυμολογικά προερχόμενη από το λατινογενές bis-cuit, που σημαίνει ψημένο δυο φορές ( στα αρχαία ελληνικά λεγόταν δί-πυρον ) , ως τεχνική ψησίματος για να μην «χαλάει» εύκολα ο άρτος, κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών . Στα σύγχρονα Ιταλικά η λέξη είναι biscotto. ( To cookies έχει Φλαμανδική/ Ολλανδική προέλευση που πέρασε στην αγγλική γλώσσα ) . Το λατινικό bis-cuit διαδόθηκε μέσω των Βενετών εμπόρων και στην Ασία , όπου καθιερώθηκε ως παραφθορά της λατινικής λέξης,  σε biya/biye   , οπότε συνδέθηκε με το δικό τους Qura /Kuru ( ξηρό ) και έδωσε τη νέα μικτή  ( λατινοΑνατολίτικη ) λέξη Qurabiya/ Kurabiye, η οποία με αντιδάνεια ξαναγύρισε στη δύση και ελληνοποιημένη πλέον έδωσε το Κουραμπιές με την έννοια του ξηρού μπισκότου που διανθίστηκε και με καρύδια, αμύγδαλα, ζάχαρη άχνη.
     
*Η παλαιότερη αναφορά στη λέξη κουραμπιέ, είναι από το διήγημα του Εμμ. Ροΐδη «Ιστορία μιας γάτας», όπου ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος.